Ηλεκτροφυσιολογικός Έλεγχος / Κατάλυση Αρυθμιών

Ηλεκτροφυσιολογικός Έλεγχος

Ο ηλεκτροφυσιολογικός έλεγχος (ΗΦΕ) αποτελεί μια μορφή καρδιακού καθετηριασμού που χρησιμοποιεί αντί για καθετήρες με αυλό ηλεκτρόδια τα οποία εισάγονται από μια ή περισσότερες φλέβες και τοποθετούνται στο εσωτερικό της καρδιάς, σε κομβικά σημεία από τα οποία μπορεί να ελεγχθεί η λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος της καρδιάς. Με τα ηλεκτρόδια αυτά αφ’ ενός καταγράφεται η ηλεκτρική δραστηριότητα που παράγεται από την καρδιά, αφ’ ετέρου μπορεί να γίνει βηματοδότηση, δηλαδή διέγερση της καρδιάς με ηλεκτρικά κύματα τα οποία διοχετεύονται με προγραμματισμένο τρόπο στον καρδιακό μύ και να μελετηθεί η αναταπόκριση της στα ερεθίσματα αυτά. Σε ασθενείς που πάσχουν από ταχυκαρδίες, αυτές μπορούν να προκληθούν με τον ΗΦΕ και να μελετηθούν, ώστε να αποθασισθεί η κατάλληλη θεραπεία. Αυτή συνήθως είναι η κατάλυση (“ablation”) με ειδικό καθετήρα, η οποία γίνεται συνήθως στην ίδια επέμβαση αμέσως μετά τον ΗΦΕ. Μπορεί όμως η θεραπεία να συνίσταται στην τοποθέτηση μιας αντιαρρυθμικής συσκευής (βηματοδότη ή απινιδωτή) που συνήθως γίνεται σε ξεχωριστή επέμβαση.

Ο ΗΦΕ αποτελεί μια πολύ εξειδικευμένη εξέταση που διενεργείται όπως και οι άλλες επεμβαστικές πράξεις μόνο από γιατρούς με ειδική εκπαίδευση στην ηλεκτροφυσιολογία. Αν και οι περισσότεροι ηλεκτροφυσιολόγοι ασχολούνται με τις αρρυθμίες των ενηλίκων, τα τελευταία χρόνια υπάρχουν παιδοκαρδιολόγοι που εξειδικεύονται στην ηλεκτροφυσιολογία των παιδιών. Στα χέρια των ειδικών ο ΗΦΕ αποτελεί μια πάρα πολύ ασφαλή εξέταση.

Κατάλυση Αρυθμιών

 Εδώ και 20 περίπου χρόνια έχει αναπτυχθεί το πεδίο της θεραπείας των αρρυθμιών με καθετήρα, κάτι που προηγουμένως μπορούσε να γίνει μόνο με μια μεγάλη χειρουργική επέμβαση. Όπως και με άλλες επεμβατικές πράξεις, η κατάλυση με καθετήρα γρήγορα εξελίχθηκε σε βαθμό που αντικατέστησε τη χειρουργική επέμβαση. Με τη λέξη κατάλυση (αγγλικά «ablation») εννοούμε την καταστροφή μιας μικρής εστίας που προκαλεί ταχυκαρδίες. Η κατάλυση μπορεί να πραγματοποιηθεί με πολλούς τρόπους, αλλά στην πράξη δύο έχουν γίνει γενικά αποδεκτοί: Η χρήση υψίσυχνου ρεύματος (ραδιοσυχνότητας) και η χρήση κρυοπηξίας. Η κάθε μια μέθοδος έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της.
 
Η ραδιοσυχνότητα αποτελεί την πιο καθιερωμένη τεχνική που έχει πολύ υψηλά ποσοστά επιτυχίας (95-98%) αλλά και έναν μικρό κίνδυνο βλάβης του φυσιολογικού συστήματος αγωγής (1-2%). Η κρυοπηξία έχει πολύ καλά αποτελέσματα (ελάχιστα μικρότερα της ραδιοσυχνότητας), αλλά με σχετικά αυξημένο τον κίνδυνο υποτροπής (δηλαδή επανεμφάνισης) της ταχυκαρδίας. Το μεγάλο πλεονέκτημά της είναι ότι δεν έχει παρατηρηθεί καμμία περίπτωση μόνιμης βλάβης στο σύστημα αγωγής και γιαυτο χρησιμοποιείται από αρκετούς παιδοκαρδιολόγους κατά προτίμηση σε περιπτώσεις που χρειάζεται να γίνει κατάλυση κοντά στο σύστημα αυτό. Γενικά η θεραπεία με κατάλυση αποτελεί μια επαναστατική μέθοδο που απαλλάσσει τα παιδιά από τα επεισόδια ταχυκαρδίας που αλλιώς μπορεί να ταλαιπωρούσαν γα ολόκληρη τη ζωή τους και να χρειαζόταν φαρμκευτική αγωγή ή χειρουργική επέμβαση και περιορισμούς στην άθληση και στις επαγγελματικές τους επιλογές.
 
Ένα από τα μειονεκτήματα της κατάλυσης που δημιουργούσε σκεπτικισμό για την εφαρμογή της, ήταν ο μεγάλος χρόνος ακτινοσκόπησης που χρειαζόταν. Αυτό το πρόβλημα ξεπεράστηκε σε μεγάλο βαθμό με τη χρήση συστημάτων τρισδιάστατης απεικόνισης με ηλεκτρομαγνητικά κύματα που εκπέμπονται από ειδικά ηλεκτρόδια που τοποθετούνται στο εξωτερικό του ασθενούς. Τα συστήματα αυτά μπορούν να αντικαταστήσουν εν μέρει ή και εξ ολοκλήρου την ακτινοσκόπηση, καθιστώντας έτσι την κατάλυση ακόμα πιο ασφαλή.